σε εξέλιξη /se ɛkˈseliksi/ Επίθετο

English
ongoing
English
ongoing

Example

  • Η [σε εξέλιξη] έρευνα αποκάλυψε νέα στοιχεία.
  • The ongoing investigation has revealed new evidence.
  • Το «σε εξέλιξη» είναι το πιο φυσικό για νομικές/ερευνητικές διαδικασίες.