ψώνια /psoˈnia/ Noun

English
grocery
English
grocery

Example

  • Το **μπακάλικο** της γωνίας [Το μανάβικο / Το παντοπωλείο / Το σούπερ μάρκετ] είναι ανοιχτό μέχρι τα μεσάνυχτα.
  • The corner grocery store is open until midnight.
  • Το 'μπακάλικο' παραπέμπει σε μικρό, παραδοσιακό κατάστημα.