Συμβιβασμός /simviˈvazmos/ Ουσιαστικό

English
compromise
English
compromise

Example

  • Μετά από μακρές συζητήσεις, οι δύο πλευρές τελικά κατέληξαν σε **συμβιβασμό**.
  • After lengthy talks, the two sides finally reached a compromise.
  • Το 'καταλήγω σε' είναι η μαγνητική φράση.