Συνέντευξη /sɪnˈdɛfsi] Noun

English
interview
English
interview

Example

  • Ετοιμάστηκε πολύ καλά για την [συνέντευξη] της για τη δουλειά.
  • She prepared thoroughly for her job interview.
  • Η λέξη είναι άκλιτη στον πληθυντικό για πολλούς.