Συνταγή /sɪn.ta.ɣo.ˈfɾi.si/ Noun

English
prescription
English
prescription

Example

  • Ο γιατρός μου έδωσε μια [συνταγή / ιατρική εντολή / φαρμακευτική οδηγία] για αντιβιοτικά.
  • The doctor gave me a prescription for antibiotics.
  • Η «συνταγή» είναι η μοναδική λέξη που χρησιμοποιείται καθημερινά.