πιο πρόσφατο /pjo prosˈfat͡so/ Adjective

English
latest
English
latest

Example

  • Έχεις δει το **τελευταίο** επεισόδιο της σειράς; (το πλέον πρόσφατο / το νεότερο / το εσχάτως)
  • Have you seen the latest episode of the show?
  • Το 'τελευταίο' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για media.