τελικά /teˈlika/ Adverb

English
eventually
English
eventually

Example

  • Η πτήση μας τελικά αναχώρησε με πέντε ώρες καθυστέρηση. (εν τέλει / στο τέλος / στο τέλος-τέλος)
  • Our flight eventually left five hours late.
  • Το 'τελικά' εδώ υποδηλώνει την ανακούφιση μετά την αναμονή.