τυρί /tiˈros/ NounEnglishcheeseEnglishcheeseExampleΘέλεις λίγο τυρί (τυρί / γαλακτοκομικό) στα μακαρόνια σου;Would you like some cheese on your pasta?Το τυρί είναι βασικό στοιχείο της μεσογειακής διατροφής.