βρώμικος /vromˈikos/ Adjective

English
dirty
English
dirty

Example

  • Τα παιδιά γύρισαν σπίτι με γόνατα **λερωμένα** (λεκιασμένα / γεμάτα χώμα / γεμάτα λάσπη) από το παιχνίδι έξω.
  • The children came home with dirty knees after playing outside.
  • Το 'λερωμένα' είναι πιο ήπιο από το 'βρώμικα' για ρούχα ή δέρμα.