Υπουργός /juˈpurˈʝos/ Noun
- English
- minister
- English
- minister
Example
- Ο [Υπουργός] (Παιδείας / Ανάπτυξης / Εξωτερικών) επισκέφθηκε το εργοστάσιο.
- The Minister of Education visited the school.
- Η δομή «Υπουργός + Γενική» είναι η πιο συνηθισμένη για προσδιορισμό του χαρτοφυλακίου.