άγαλμα /aˈʝalma/ Noun
- English
- statue
- Español
- estatua
Example
- Στο πάρκο δεσπόζει ένα μπρούντζινο **άγαλμα** του ιδρυτή. (γλυπτό / ομοίωμα / μορφή)
- The park features a bronze statue of the founder.
- Το 'δεσπόζει' δίνει έμφαση στο μέγεθος και την κυριαρχία του.