αγχωμένος /aŋxoˈmenos/ Επίθετο
- English
- nervous
- Español
- estar nervioso/a
Example
- Ένιωσα πολύ αγχωμένος πριν τη συνέντευξη. (ταραγμένος / ανήσυχος / ανήσυχος)
- I felt really nervous before the interview.
- Το 'αγχωμένος' είναι η πιο συχνή, καθημερινή επιλογή.