Αναχώρηση /ana.xoˈri.si/ Noun

English
departure
Español
la partida

Example

  • Η [αποχώρηση] (αποχώρηση / αναχώρηση / αναχώρησις) της πτήσης καθυστέρησε λόγω καιρού.
  • The flight's departure was delayed.
  • Στα αεροδρόμια, το «αναχώρηση» είναι ο επίσημος όρος.