Ανακούφιση /ana.kuˈfi.si/ Noun

English
relief
Español
alivio

Example

  • Ένιωσα τεράστια ανακούφιση (ανακούφιση / λύτρωση / χαλάρωση) όταν άκουσα ότι όλοι ήταν καλά.
  • I felt a huge sense of relief when I heard they were all OK.
  • Η 'ανακούφιση' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.