ανακτώ /anaˈkto/ Verb
- English
- regain
- Español
- recuperar
Example
- Πάλεψα να [ανακτήσω] (ανακτήσω / ανακτήσω / ανακτήσω) λίγη αξιοπρέπεια.
- I struggled to regain some dignity.
- Το 'ανακτώ' εδώ τονίζει την προσπάθεια για επαναφορά της εσωτερικής ισορροπίας.