Ανικανότητα /ani.kanóˈti.ta/ Noun

English
inability
Español
incapacidad

Example

  • Η ανικανότητα (αδυναμία / ανεπάρκεια / ανημποριά) της κυβέρνησης να προσφέρει βασικές υπηρεσίες προκάλεσε διαμαρτυρίες.
  • The government's inability to provide basic services sparked protests.
  • Εδώ τονίζεται η δομική αδυναμία του συστήματος.