ανισότητα /anisóˈtita/ Noun
- English
- inequality
- Español
- desigualdad
Example
- Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την **ανισότητα** των ευκαιριών όπου κι αν τη βρούμε. [Αντιμετωπίζω / Αντιμετωπίσω] (Αντιμετωπίζω) — της: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ανισότητα των ευκαιριών όπου κι αν τη βρούμε.
- We need to tackle inequality of opportunity wherever we find it.
- Το ρήμα 'αντιμετωπίζω' (imperfective) δείχνει τη συνεχή δράση.