Αναστοχάζομαι /anastoxˈazome/ Verb
- English
- reflect
- Español
- reflexionar / reflejar
Example
- Η λίμνη [αντανακλά / αντικατοπτρίζει / προβάλλει] τις χιονισμένες κορυφές.
- The lake reflected the snow-capped mountains.
- Το 'αντανακλώ' είναι το πιο συνηθισμένο για φυσική ανάκλαση.