αντιπαράθεση /antiparáˈθesi/ Noun

English
contention
Español
controversia

Example

  • Ο νέος φορολογικός νόμος είναι ένα μείζον σημείο **αντιπαράθεσης** (Η έντονη διαφωνία / Η διαμάχη / Η διαφωνία) — Η πολιτική σκηνή βράζει.
  • The new tax law is a major point of contention.
  • Εδώ τονίζεται η επίσημη, δομημένη διαφωνία.