Δυσθεώρητο /ðisθeˈorito/ Επίθετο
- English
- abstruse
- Español
- enrevesado
Example
- Η διάλεξη του καθηγητή για την κβαντική μηχανική ήταν **απόκρυφη** (δυσνόητη / δυσθεώρητη / δυσκατανόητη) — σαν να μιλούσε σε άλλο σύμπαν.
- The professor's lecture on quantum mechanics was abstruse.
- Εδώ τονίζεται η ακαδημαϊκή δυσκολία.