Αποτυχία /apotixˈia/ Noun

English
failure
Español
fracaso

Example

  • Η [αποτυχία] (ματαίωση/αποβλέπω) του κινητήρα ήταν αναπάντεχη.
  • The failure of the engine was unexpected.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ουσιαστικό για μηχανική βλάβη.