Ασθενοφόρο /asθenoˈforo/ Noun

English
ambulance
Español
ambulancia

Example

  • Καλέστε αμέσως το [ασθενοφόρο]! (Επείγουσα ιατρική βοήθεια / Ταξί του θανάτου / Μονάδα σωτηρίας) — Πρέπει να δράσουμε τώρα.
  • Call an ambulance immediately!
  • Η κλήση είναι πάντα επείγουσα, γι' αυτό χρησιμοποιούμε το 'καλέστε'.