άσχημος /ˈaʃimos/ AdjectiveEnglishuglyEspañolfeoExampleΗ επιτροπή πολεοδομίας γκρέμισε το [άσχημο] τσιμεντένιο κτίριο.The city planning committee tore down the ugly concrete block.Το 'άσχημο' εδώ είναι η πιο άμεση και κοινή επιλογή.