Αξία /aˈksia/ Adjective
- English
- worth
- Español
- valer / valer la pena
Example
- Η εταιρεία είναι **άξια** εκατομμυρίων ευρώ. (Η αξία της δικαιολογεί το ποσό.)
- The company is worth millions of dollars.
- Στην περίπτωση εταιρειών, χρησιμοποιούμε το 'άξιος' σε συμφωνία με το γένος του ουσιαστικού (Η εταιρεία -> άξια).