κλασικός /klaˈsi.kos/ Adjective

English
classic
Español
clásico

Example

  • Το μυθιστόρημα είναι ένας **κλασικός** ύμνος (διαχρονικός / υποδειγματικός / αξεπέραστος) της λύτρωσης.
  • The novel is a classic tale of redemption.
  • Εδώ τονίζουμε την αιώνια θεματολογία.