Δεν μπορώ /ðen boˈro/ Verb

English
cannot
Español
no poder

Example

  • Δεν μπορώ να πιστέψω την καλοσύνη των ξένων.
  • I cannot believe the kindness of strangers.
  • Εκφράζει έκπληξη και συγκίνηση, όπως ακριβώς και στα αγγλικά.