Διέξοδος / Κατάστημα Έκπτωσης /ˈaʊtˌlɛt/ Noun

English
outlet
Español
desahogo / punto de venta

Example

  • Η επιχείρηση έχει τριάντα τέσσερα [σημεία πώλησης] σε αυτή την πολιτεία μόνο.
  • The business has 34 retail outlets in this state alone.
  • Στην Ελλάδα, το 'outlet' ως κατάστημα λέγεται συχνά 'κατάστημα εργοστασίου' ή απλά 'outlet' (ως δάνειο).