διακόπτω / διακόψω /ðjakoˈpto/ Verb
- English
- interrupt
- Español
- interrumpir
Example
- Με συγχωρείτε που **διακόπτω** (lit:Συγγνώμη που κόβω / Συγγνώμη που παρεμβαίνω) — αλλά σας ζητάει κάποιος.
- Sorry to interrupt, but there's someone to see you.
- Το 'Με συγχωρείτε που διακόπτω' είναι η πιο ευγενική, καθιερωμένη φράση.