Διακριτικό /ðjɑkrɪˈtiˈko/ Noun

English
badge
Español
insignia

Example

  • Ο αστυνομικός έδειξε το [σήμα] του. (Διακριτικό / Κονκάρδα / Έμβλημα)
  • The police officer showed his badge.
  • Το 'σήμα' είναι η πιο άμεση και ευρεία μετάφραση.