Προστασία /prostaˈtefsi/ Noun

English
conservation
Español
conservación

Example

  • Το πάρκο είναι αφιερωμένο στη ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ των σπάνιων πτηνών. (Διαφύλαξη / Προστασία / Φύλαξη) — Η δέσμευση για τη ζωή.
  • The park is dedicated to the conservation of rare birds.
  • Εδώ το 'διατήρηση' είναι ο πιο φυσικός όρος για την άγρια ζωή.