Δίδακτρα /ðiˈðaktɾa/ Noun
- English
- tuition
- Español
- matrícula / enseñanza
Example
- Έλαβε ιδιωτικά δίδακτρα (διδασκαλία / μαθήματα / φροντιστήρια) στα Γαλλικά.
- She received private tuition in French.
- Εδώ το «δίδακτρα» λειτουργεί ως πληθυντικός για το κόστος.