Δράμα /ˈðrama/ Noun
- English
- drama
- Español
- drama / asunto / lío
Example
- Το σχολείο ανέβασε ένα κλασικό ελληνικό [δράμα] (τραγωδία / παράσταση / έργο).
- The school performed a classic Greek drama.
- Στην Ελλάδα, το 'δράμα' συχνά παραπέμπει σε αρχαία τραγωδία.