εαυτός /e̞avˈtos/ Noun

English
self
Español
uno mismo

Example

  • Σύντομα θα ξαναβρείς τον παλιό σου εαυτό.
  • You'll soon be feeling your old self again.
  • Εδώ το «εαυτός» είναι το αντικείμενο του ρήματος «βρίσκω» (perfective).