Ευκαιρία /efkɛˈri.a/ Noun
- English
- chance
- Español
- oportunidad / azar
Example
- Έχει μόνο μια μικρή [ευκαιρία] να περάσει τις εξετάσεις.
- She only has a slim chance of passing the exam.
- Εδώ η 'ευκαιρία' είναι στενά συνδεδεμένη με την πιθανότητα επιτυχίας.