Εκτελώ /ek.teˈlo/ Verb

English
execute
Español
ejecutar

Example

  • Ο καταδικασθείς [εκτελέστηκε] για εσχάτη προδοσία.
  • He was executed for treason.
  • Εδώ το 'εκτελώ' είναι η μόνη σωστή επιλογή για θανατική ποινή.