Έλεος /ˈel.e.os/ NounEnglishmercyEspañolclemenciaExampleΟ βασιλιάς επέδειξε [έλεος] (συγχώρεση / επιείκεια / συμπόνια) στους επαναστάτες.The king showed mercy to the rebels.Εδώ το «έλεος» είναι η πράξη της άφεσης.