αγαθά /aɣaˈθa/ Noun
- English
- goods
- Español
- artículos
Example
- Το μαγαζί πουλάει ποικιλία οικιακών **αγαθών** (ποικιλία / είδη / προϊόντα) — σαν να έλεγες «τα καλούδια του σπιτιού».
- The shop sells a variety of household goods.
- Το «αγαθά» εδώ είναι πιο ζεστό από το τυπικό «εμπορεύματα».