Ενήλικας /eˈni.li.kas/ Noun

English
adult
Español
adulto

Example

  • Τα παιδιά πρέπει να συνοδεύονται από έναν ενήλικα.
  • Children must be accompanied by an adult.
  • Χρησιμοποιείται συχνά σε κανόνες ασφαλείας και δημόσιους χώρους.