Ένταση /ˈen.ta.si/ Noun
- English
- intensity
- Español
- intensidad
Example
- Η **ένταση** (οξύτητα / δύναμη / σφοδρότητα) του φωτός ήταν τέτοια που δυσκολευόμασταν να δούμε.
- The intensity of the light made it hard to see.
- Στα φυσικά φαινόμενα, η 'ένταση' είναι η πιο φυσική επιλογή.