ΕΝΘΑΡΡΥΝΩ /e(n)θarˈino/ Ενθαρρυντικός
- English
- encouraging
- Español
- alentador
Example
- Η ομάδα έλαβε πολύ [Ενθαρρυντικά] σχόλια από τον πελάτη. [Ενθαρρυντικός / θετικά / αισιόδοξα]
- The team received some very encouraging feedback from the client.
- Στα ελληνικά, το 'σχόλια' (plural) απαιτεί το ουδέτερο πληθυντικό 'ενθαρρυντικά'.