Ενθουσιασμός /enθusiaˈzmos/ NounEnglishenthusiasmEspañolentusiasmoExampleΗ φωνή της είχε **ενθουσιασμό** (ζωντάνια / φλόγα / ορμή) — η παρουσίαση ήταν μαγική.Her voice was full of enthusiasm.Εδώ ο ενθουσιασμός είναι η πηγή της ενέργειας.