επιφάνεια εργασίας /epifáːnʝa ɛrɣasías/ Noun

English
desktop
Español
escritorio

Example

  • Έσωσα το αρχείο κατευθείαν στην [Επιφάνεια εργασίας] του συστήματος.
  • I saved the file directly to my desktop.
  • Η 'Επιφάνεια εργασίας' είναι η πιο επίσημη και κατανοητή επιλογή.