ερωτηματολόγιο /erotimatolójio/ Noun

English
questionnaire
Español
cuestionario

Example

  • Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες.
  • The participants were asked to complete a questionnaire regarding their health habits.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε το ρήμα «συμπληρώνω» (complete) που είναι η μαγνητική επιλογή.