συγκέντρωση /siŋkén.tro.si/ Noun
- English
- focus
- Español
- concentración / enfocarse
Example
- Η κύρια εστία της συνάντησης ήταν ο νέος προϋπολογισμός.
- The main focus of the meeting was the new budget.
- Η λέξη «εστία» παραπέμπει στην αρχαία έννοια του εστιακού σημείου.