Ευκολία /evkoˈli.a/ NounEnglisheaseEspañolfacilidad / aliviarExampleΠέρασε τις εξετάσεις με **ευκολία** (αβίαστα / άνεση / χάρη) — σαν να έλυνε ένα παζλ.She passed the exam with ease.Το «με ευκολία» είναι η πιο μαγνητική έκφραση.