εξελίσσομαι /e.kse.liˈso.me/ Verb
- English
- evolve
- Español
- evolucionar
Example
- Η εταιρεία [εξελίχθηκε] (εξελίσσομαι / προοδεύω / αναπτύσσομαι) από ένα μικρό μαγαζί σε παγκόσμια δύναμη.
- The company evolved from a small shop into a global brand.
- Εδώ τονίζεται η πορεία και η επιτυχία.