Έξαρση /ˈɛksarʃi/ Noun

English
surge
Español
repunte / dispararse

Example

  • Ένιωσε μια ξαφνική έπαρση θυμού. [Ένιωσε / ξαφνική / ορμή]
  • She felt a sudden surge of anger.
  • Εδώ το 'έξαρση' δίνει το συναισθηματικό βάθος.