Ονειροπόληση /o.ni.ro.poˈli.si/ Noun

English
fantasy
Español
fantasía

Example

  • Μίλησε για τις παιδικές του φαντασίες να γίνει διάσημος ποδοσφαιριστής.
  • He spoke of his childhood fantasies about becoming a famous football player.
  • Εδώ η 'φαντασία' είναι η δημιουργική, αθώα πλευρά.