Αγρόκτημα /aˈɣroti.ma/ Noun
- English
- farm
- Español
- granja
Example
- Ζουν σε ένα αγρόκτημα διακοσίων στρεμμάτων (καλλιεργούν / χτίζουν / ιδρύουν) στην εξοχή.
- They live on a 200-hectare farm in the countryside.
- Το στρέμμα είναι η τυπική μονάδα μέτρησης γης στην Ελλάδα.