Γκαζόν /ɡaˈzon/ NounEnglishlawnEspañolcéspedExampleΤο καλοκαίρι πρέπει να κουρεύουμε το [γκάζον] δύο φορές την εβδομάδα.In summer we have to mow the lawn twice a week.Το 'κουρεύω' είναι η μαγνητική λέξη για το γκαζόν.